
Herr von Ribbeck auf Ribbeck im Havelland
C1Γερμανικά42 κάρτες
Για περισσότερο περιεχόμενο, περισσότερες γλώσσες και περισσότερες λειτουργίες, κατέβασε την εφαρμογή για κινητά από το App Store ή το Google Play.
Herr von Ribbeck auf Ribbeck im Havelland,
Λόρδος φον Ρίμπεκ του Ρίμπεκ στο Χάβελαντ,
ein Birnbaum in seinem Garten stand,
μια αχλαδιά στεκόταν στον κήπο του,
und kam die goldne Herbsteszeit
και όταν ήρθε η χρυσή εποχή του φθινοπώρου
und die Birnen leuchteten weit und breit,
και τα αχλάδια έλαμπαν παντού,
da stopfte, wenn′s Mittag vom Turme scholl,
τότε, όταν το μεσημεριανό καμπανάκι χτύπησε από τον πύργο,
der von Ribbeck sich beide Taschen voll,
ο φον Ρίμπεκ γέμιζε και τις δύο τσέπες του,
und kam in Pantinen ein Junge daher,
κι αν περνούσε ένα αγόρι με παντόφλες,
so rief er: "Junge, wiste ′ ne Beer?"
φώναζε: "Αγόρι, θέλεις αχλάδι;"
Und kam ein Mädchen, so rief er: "Lütt Dirn,
Και αν περνούσε ένα κορίτσι, φώναζε: "Μικρό κορίτσι,
kumm man röwer, ick hebb ′ ne Birn."
Έλα εδώ, έχω ένα αχλάδι.
So ging es viel Jahre, bis lobesam
Έτσι συνέχισε για πολλά χρόνια, μέχρι επαινετικά
der von Ribbeck auf Ribbeck zu sterben kam.
ήρθε η ώρα να πεθάνει ο φον Ρίμπεκ του Ρίμπεκ.
Er fühlte sein Ende. ′ s war Herbsteszeit,
Ένιωσε το τέλος του. Ήταν φθινόπωρο,
wieder lachten die Birnen weit und breit,
πάλι τα αχλάδια έλαμψαν παντού,
da sagte von Ribbeck: "Ich scheide nun ab.
τότε ο φον Ρίμπεκ είπε: "Τώρα αναχωρώ.
Legt mir eine Birne mit ins Grab."
Βάλτε ένα αχλάδι μαζί μου στον τάφο."
Und drei Tage darauf aus dem Doppeldachhaus
Και τρεις μέρες αργότερα, από το σπίτι με τη διπλή στέγη
trugen von Ribbeck sie hinaus,
μετέφεραν τον φον Ρίμπεκ έξω,
alle Bauern und Büdner mit Feiergesicht
όλοι οι αγρότες και οι μικροκαλλιεργητές με σοβαρά πρόσωπα
sangen: "Jesus meine Zuversicht",
τραγούδησαν: «Ιησούς, η εμπιστοσύνη μου»,
und die Kinder klagten, das Herze schwer:
και τα παιδιά θρηνούσαν, με βαριά καρδιά:
"He ist dod nu. Wer giwt uns nu ′ ne Beer?"
«Είναι νεκρός τώρα. Ποιος θα μας δώσει ένα αχλάδι τώρα;»
So klagten die Kinder. Das war nicht recht,
Έτσι παραπονέθηκαν τα παιδιά. Αυτό δεν ήταν σωστό,
ach, sie kannten den alten Ribbeck schlecht,
αχ, γνώριζαν τον παλιό Ρίμπεκ άσχημα,
der neue freilich, der knausert und spart,
ο νέος βέβαια είναι τσιγκούνης και αποταμιεύει,
hält Park und Birnbaum strenge verwahrt.
κρατά το πάρκο και την αχλαδιά αυστηρά φυλαγμένα.
Aber der alte, vorahnend schon
Αλλά ο γέρος, ήδη προαισθανόμενος,
und voll Mißtrauen gegen den eigenen Sohn,
και γεμάτος δυσπιστία προς τον ίδιο του τον γιο,
der wußte genau, was er damals tat,
ήξερε ακριβώς τι έκανε τότε,
als um eine Birn′ ins Grab er bat,
όταν ζήτησε ένα αχλάδι στον τάφο του,
und im dritten Jahr aus dem stillen Haus
και στον τρίτο χρόνο από το ήσυχο σπίτι
ein Birnbaumsprößling sproßt heraus.
Ένα βλαστάρι αχλαδιάς ξεπρόβαλε.
Und die Jahre gehen wohl auf und ab,
Και τα χρόνια περνούν με τα πάνω και τα κάτω τους,
längst wölbt sich ein Birnbaum über dem Grab,
εδώ και καιρό μια αχλαδιά καμπυλώνει πάνω από τον τάφο,
uind in der goldnen Herbsteszeit
και στην χρυσή φθινοπωρινή εποχή
leuchtet′s wieder weit und breit.
λάμπει ξανά παντού.
Und kommt ein Jung′ übern Kirchhof her,
Κι αν ένα αγόρι περάσει από το νεκροταφείο,
da flüstert′s im Baume: "Wiste ′ ne Beer?"
το δέντρο ψιθυρίζει: "Θέλεις αχλάδι;"
Und kommt ein Mädel, so flüstert′s: "Lütt Dirn,
Κι αν έρθει ένα κορίτσι, ψιθυρίζει: "Μικρό κορίτσι,
kumm man röwer, ick gew di ′ ne Birn."
έλα εδώ, θα σου δώσω ένα αχλάδι.
So spendet Segen noch immer die Hand
Έτσι ακόμα ευλογεί με δώρα το χέρι
des von Ribbeck auf Ribbeck im Havelland.
του φον Ρίμπεκ του Ρίμπεκ στο Χάβελαντ.